~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ειδήσεις, νέα και ρεπορτάζ από τις παροικίες των Αρκάδων.......................... ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Γραφεία Εφημερίδας: Πυθίας 6, πλατεία Κυψέλης ΤΚ 11364 Αθήνα, Εκδότης Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Σύμβουλος Έκδοσης: Πάνος Σ. Αϊβαλής
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

28 χρόνια

28 χρόνια
........................Εκδότης Πέτρος Σ. Αϊβαλής, τηλ.: 210 8656.731, 6974 796681, email: petrosaivalis@gmail.com

Η αρχαία Αρκαδία δεν είχε τα όρια του σημερινού νομού και ήταν αποκλειστικά μεσόγεια, καταλαμβάνοντας το εσωτερικό της Πελοποννήσου, χωρίς να βρέχεται καθόλου από θάλασσα. Περιελάμβανε τις επαρχίες, Μαντινείας, Γορτυνίας, Μεγαλοπόλεως, τη βόρεια Κυνουρία, όλη την επαρχία Καλαβρύτων, τα δυτικά της Κορινθίας και της Αργολίδας, τμήμα της Ολυμπίας, τμήμα της Ηλείας και τη Λακωνική Αράχωβα.

 my-tips-collection

«Παλιά ήμουνα χωριό...» με λένε Τουρκολέκα



Του Γκαζμέντ Καπλάνι* gazikap @gmail. com
«Eίμαι ένα όνομα, με λένε Τουρκολέκα. Παράξενο όνομα, έχει και το καλό του αυτό, όποιος τ΄ ακούει το συγκρατεί... Παλιά ήμουνα χωριό. Ένα χωριό με τα όλα του: τους κατοίκους του, τις αρχές του, τους πολιτευτές του, την εκκλησία του, το μοναστήρι του, τα σχολειά του. Είχα τη γη μου, τα δέντρα μου, τους θάμνους μου, τα ζώα μου και τα θηρία μου... Στα Φρετζέικα, εκεί δίπλα στο Ρυάκι, έμενε μια οικογένεια αγριόχοιρων για τους οποίους ήμουνα πολύ περήφανος. Οι κάτοικοί μου όμως ήταν πολύ φτωχοί κι έτσι, όποτε τα έβρισκαν, έσφαζαν τα αγριογούρουνα και έκαναν γιορτή, σωστό πανηγύρι, αντίστοιχο με της Παναγιάς ή με τα Νικητάρια... Παλιά ήμουνα πράσινο χωριό. Ήταν τότε που όλοι είχαμε χρώματα: τα δέντρα είχαν σκουροπράσινες φυλλωσιές, οι κορμοί τους ήταν καφεδιοί και οι θάμνοι χαλκοπράσινοι, άλλοτε σκουρότεροι κι άλλοτε ανοιχτότεροι ανάλογα με την εποχή. Τα σπίτια είχαν ολόλευκους τοίχους που πριν την Πασχαλιά όλοι φρεσκάριζαν, τα παραθυρόφυλλα πολλοί τα είχαν πράσινα, τα παλαιά πέτρινα σπίτια τα βούρτσιζαν με ειδικές μπατανόβουρτσες και τους έκαναν επισκευές ώστε να μην ξεχωρίζουν από τα νεότερα που χτίστηκαν με την ίδια μέθοδο από Αλβανούς τεχνίτες. Οι πιο πολλοί κάτοικοί μου δεν είχαν λεφτά για τέτοιες πολυτέλειες:
έκαναν το σχέδιο μόνοι, ανάλογα με το γούστο της κάθε εποχής και ως έσχατη πολυτέλεια έβαζαν κοκκινωπά κεραμίδια... Οι ξενομερίτες έρχονταν τα τελευταία χρόνια, έβλεπαν που στη μέση του χωριού δεν υπήρχε πλατεία και παραπονούνταν για την έλλειψη. Εμάς πάλι ποτέ δεν μας έλειψε. Όλοι μαζί κατηφορίζαμε στον Νικηταρά, ένα πλάτωμα μεγάλο που τελευταία στήσαμε και το άγαλμα του πιο γνωστού τους τελευταίους δυο, δυόμισι αιώνες τέκνου μας... Είμαι ένα όνομα, με λένε Τουρκολέκα. Το χτες ενώνεται με το σήμερα γιατί αύριο δεν έχει. Οι γέροντες που μου απόμειναν, έχουν χάσει το βιος τους, οι νεότεροι έχουν τρομοκρατηθεί και λένε πως θα με αναστηλώσουν, τα παιδιά έχουν σκιαχτεί τόσο που άλλο δεν παίρνει. Η Παναγιά μου άκαυτη ακούγεται να κλαίει με λυγμούς από τους λίγους πιστούς που της απέμειναν. Ο παπάς κλαίει το ρήμαγμα των χωριών, ελπίζει οι νύφες μας να κάνουν κι άλλους γάμους στα πατρογονικά χωριά, να μεγαλώσει έστω κι άκαιρα η έκταση του κοιμητηρίου, να βρουν σ΄ αυτό τουλάχιστον οι άνθρωποι την ανάπαυση. Εγώ πάλι ξέρω ότι το χώμα μου δεν είναι ελαφρύ τόσο που υπόφερε, ότι τα μέταλλά μου άλλα κάηκαν κι άλλα κούρνιαξαν παραμέσα, ότι οι πλαγιές μου τρέμουν μην τις παρασύρει η πρώτη νοτερή βροχούλα και βρεθούν να καταπλακώνουν τα παρακάτω εδάφη. Με λένε Τουρκολέκα, είμαι χωριό και έχω αχρωματοψία. Δεν ξέρω αν θα ξαναδώ πολλούς απ΄ τους κατοίκους μου, αν θα με μεταφέρουν πάρα πέρα, αν θα με ανασυγκροτήσουν, αναδασώσουν, ξανακαλλιεργήσουν, σπείρουν, μου φέρουν ζώα, αν θα ξανάρθουν τα πτηνά κι αν οι σαΐτες, τα φιδάκια, θα έχουν δέντρα για να πετάγονται από το ένα μέρος στο άλλο... Δεν ξέρω αν θα με ξαναβαφτίσουν και θα με βγάλουν Άκαυτο για να ξορκίσουν πάλι το κακό όπως είχανε κάνει και παλιότερα. Δεν ξέρω αν θα υπάρχω και στους ελάχιστους αναλυτικούς χάρτες που υπάρχω τώρα. Ξέρω όμως πως ποτέ δεν θα ξαναείμαι το ίδιο χωριό, δεν θα είμαι ο ίδιος Τουρκολέκας και οι πεισματάρηδες, βουνίσιοι κάτοικοί μου οι ίδιοι Τουρκολεκαίοι... “Ομνύω” έλεγαν οι παλιοί, μια λέξη ξεχασμένη. Εγώ ο Τουρκολέκας ομνύω ότι θα ξαναγεννηθώ ως τόπος και όλη τη γη μου θα βάλω να καρπίσει. Ομνύω να συντρέξω τα εγγόνια μου και τα δισέγγονά μου όπως δεν κατάφερα να συντρέξω τα άμοιρα ηλικιωμένα παιδιά μου. Ομνύω, πως με ίδιο ή άλλο όνομα, στην ίδια ή σε άλλη τοποθεσία, θα κάνω το παν δυνατόν για να δίνω ζωή. Εγώ ο Τουρκολέκας μέλλω να ξαναδώ πράσινο το τοπίο μου, να ξαναγίνω χωριό, να στέκομαι περήφανα κι αγόγγυστα πάνω στην αρκαδική γη...».

ΥΓ. Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το διήγημα της Λίλυ Εξαρχοπούλου «Αρκαδικός εφιάλτης», το οποίο η συγγραφέας έστειλε στη στήλη τις προάλλες. Η φωτογραφία είναι του Γ. Σεφέρη

*από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 4 Σεπτ. 2007